ἐγχώριος


ἐγχώριος
ἐγχώριος
in
masc nom sg
ἐγχώριος
in
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εγχώριος — α, ο (AM ἐγχώριος, ον) 1. (για προϊόντα) αυτός που παράγεται στη χώρα, εντόπιος 2. ως ουσ. μόνιμος κάτοικος ενός τόπου αρχ. 1. αυτός που ανήκει ή σχετίζεται με τη χώρα («ἐγχώριοι βασιλῆες αἰεί», Πίνδ.) 2. τοπικός 3. αγροτικός 4. (το ουδ. ως επίρρ …   Dictionary of Greek

  • εγχώριος — [энхориос] εκ. местный, туземный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εγχώριος — α, ο που ανήκει σε κάποια χώρα, που προέρχεται ή παράγεται από αυτή, ντόπιος: Εγχώρια προϊόντα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐγχωρίως — ἐγχώριος in adverbial ἐγχώριος in masc acc pl (doric) ἐγχώριος in adverbial ἐγχώριος in masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχώριον — ἐγχώριος in masc acc sg ἐγχώριος in neut nom/voc/acc sg ἐγχώριος in masc/fem acc sg ἐγχώριος in neut nom/voc/acc sg ἐγχωρέω give room imperf ind act 3rd pl (doric) ἐγχωρέω give room imperf ind act 1st sg (doric) ἐγχωρέω give room imperf ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχωρίων — ἐγχώριος in fem gen pl ἐγχώριος in masc/neut gen pl ἐγχώριος in masc/fem/neut gen pl ἐγχωρέω give room pres part act masc nom sg (doric) ἐγχωρέω give room pres part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχωρίοις — ἐγχώριος in masc/neut dat pl ἐγχώριος in masc/fem/neut dat pl ἐγχωρέω give room pres opt act 2nd sg (doric) ἐγχωρέω give room pres opt act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχωρίου — ἐγχώριος in masc/neut gen sg ἐγχώριος in masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχωρίους — ἐγχώριος in masc acc pl ἐγχώριος in masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχωρίῳ — ἐγχώριος in masc/neut dat sg ἐγχώριος in masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)